Του Τάσου Γιασεμίδη

Σημαντική κινητικότητα παρουσιάζει ο τομέας των ακινήτων το τελευταίο διάστημα κυρίως λόγω του γεγονότος ότι αρκετοί επενδυτές προχωρούν σε αγορές ακινήτων για σκοπούς πολιτογράφησης, για να προλάβουν τις αλλαγές στο πρόγραμμα.

Υπενθυμίζεται ότι για σκοπούς πολιτογράφησης από 15 Μαΐου 2019, πέραν της επένδυσης των εκατ. ευρώ, θα απαιτείται και χορηγία ύψους 150.000 ευρώ προς την κυβέρνηση, ενώ η επένδυση θα πρέπει να διατηρείται για περίοδο πέντε αντί τριών ετών.

Ως εκ τούτου, είναι με ιδιαίτερο ενδιαφέρον  που αναμένεται ο τρόπος μετά τις αλλαγές στο πρόγραμμα, πάντοτε σε σχέση με ακίνητα τα οποία ενδιαφέρους τέτοιου είδους επενδυτές/αγοραστές (σύμφωνα με τα στοιχεία του Τμήματος Κτηματολογίου που επεξεργάστηκε η KPMG Κύπρου ο αριθμός των συναλλαγών που αφορούν ακίνητα πέραν του 1 εκατ. ευρώ ανήλθε στις 733, από 575 το 2017 και μόλις 46 το 2013). Η επένδυση μπορεί να αφορά ένα ακίνητο αξίας 2 εκατ. ευρώ ή πέραν του ενός με την προϋπόθεση ότι ένα από τα ακίνητα που περιλαμβάνονται στην επένδυση είναι αξίας 500.000.

Την ίδια στιγμή, η περίοδος των τριών ετών που θα πρέπει να κατέχει την επένδυση του ένας αιτητής πολιτογράφησης συμπληρώθηκε ή συμπληρώνεται (για πολλούς από αυτούς), και ενδεχομένως να αναζητήσει τρόπους πώλησης του/των ακινήτου/ακινήτων που έχει αγοράσει, κάτι που αναμένεται να αποτελέσει ακόμη έναν παράγοντα επηρεασμού της αγοράς. Δεν έχει διαπιστωθεί μέχρι στιγμής φαινόμενο μαζικών πωλήσεων, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τις νέες αλλαγές η επένδυση σε ακίνητα που έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για πολιτογράφηση θα πρέπει να είναι ίση ή μεγαλύτερη από 2,5 εκατ. ευρώ. Όπως διαφαίνεται, θα υπάρξει μια άτυπη περίοδος χάριτος για υποβολή αιτήσεων πολιτογράφησης με βάση το παλιό σύστημα. Δηλαδή αν κάποιος επενδυτής έχει υπογράψει συμβόλαιο αγοράς ακινήτου πριν τις 15/5/2019 και αυτό έχει χαρτοσημανθεί (ή και κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου), θα μπορεί να καταθέσει την αίτηση του μέχρι 15/7/2019. Φυσικά θα πρέπει να αναμένουμε τις επίσημες ανακοινώσεις.

Ο τομέας των ακινήτων χαρακτηρίζεται από κυκλικότητα, όπως άλλωστε και η οικονομία στο σύνολό της, με περιόδους αύξησης της ζήτησης των ακινήτων και αύξηση των τιμών και περιόδους διόρθωσης. Σημειώνεται ότι όσο πιο ορθολογιστική είναι η αύξηση στη ζήτηση, δηλαδή να μην είναι αποτέλεσμα ευκαιριακών συνθηκών, τόσο πιο εύκολη είναι η απορρόφηση των κραδασμών από πιθανή διόρθωση.

Η πορεία του τομέα και οι συνέπειες των κινήτρων που έχουν παραχωρηθεί θα πρέπει να εξετάζονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να διασφαλίζεται η σταθερή και βιώσιμη ανάκαμψη του τομέα, καθώς και οι επενδύσεις όσων εμπιστεύτηκαν την κτηματαγορά της Κύπρου. Επιπλέον, θα πρέπει να διαχωριστεί η αγορά σε τομείς (και διαβαθμίσεις) και να αναλυθεί η πορεία τους αλλά και να αναλυθούν διάφορα σενάρια, με πρώτο την ενδεχόμενη μείωση της εξωγενούς ζήτησης.

Εκποιήσεις

Όντως η ζήτηση στα ακίνητα τροφοδοτείται κυρίως από ίδια κεφάλαια επενδυτών, σε αντίθεση με την κατάσταση πριν μια δεκαετία που κύριος οδηγός της ζήτησης ήταν η πιστωτική επέκταση, κάτι που οδήγησε σε υψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων. Αυτό από μόνο του όμως δεν είναι αρκετό. Η μόχλευση πολλών επιχειρήσεων του τομέα συνεχίζει να είναι υψηλή, ενώ σταδιακά αναμένεται να δούμε περισσότερα ακίνητα να πωλούνται μέσω της διαδικασίας των εκποιήσεων.

Φέτος, τόσο για τον συγκεκριμένο τομέα αλλά και την οικονομία γενικότερα, μεγάλη πρόκληση παραμένει η διατήρηση των βιώσιμων θετικών ρυθμών ανάπτυξης, ειδικά σε ένα δύσκολο και μεταβαλλόμενο εξωτερικό περιβάλλον. Την ίδια στιγμή, η αναγκαιότητα για προώθηση των μεταρρυθμίσεων γίνεται πιο έντονη, εφόσον η διατήρηση ενός ανταγωνιστικού μοντέλου, φιλικού προς τους επιχειρηματίες, τους επενδυτές και τους πολίτες, αποτελεί προϋπόθεση για ενίσχυση της οικονομίας της χώρας.

Οι τομείς των ακινήτων και των κατασκευών αποτελούσαν παραδοσιακά σημαντικούς ρυθμιστές του Ακαθάριστου εγχώριου Προϊόντος της χώρας και της οικονομίας γενικότερα, εφόσον απορροφούν σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού, κυρίως σε περιόδους ανάκαμψης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποσοστό ανεργίας έχει μειωθεί κοντά στο 7%, απότοκο της ανάκαμψης του τομέα αλλά και της κυπριακής οικονομίας γενικότερα.