Του Γιώργου Κουκούνη*

“Η εκχώρηση του ασφαλιστηρίου δεν ισοδυναμεί με αποπληρωμή του δανείου”

Ο αγοραστής ακινήτου ή πρόσωπο που προβαίνει σε ανέγερση με δανειοδότηση συνήθως απαιτείται από αυτόν η σύναψη ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής, ώστε σε περίπτωση θανάτου να εξασφαλίζεται η αποπληρωμή του δανείου. Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο εκχωρείται από τον ενδιαφερόμενο προς την τράπεζα και τα ασφάλιστρα επιβαρύνουν το λογαριασμό δανείου. Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να μελετά τους όρους του και την κάλυψη που του παρέχει, να είναι ενήμερος και να μπορεί να τους διαπραγματεύεται, διαμορφώνοντας τους κατά τρόπο που να είναι επωφελείς γι’ αυτόν και την οικογένεια του. Παρόλο που οι τράπεζες συνεργάζονται με ασφαλιστικές εταιρείες που ανήκουν στο συγκρότημα τους, όταν ο δανειολήπτης είναι ήδη ασφαλισμένος σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να εκχωρήσει την ασφάλεια ζωής στην τράπεζα.

Με την εκχώρηση, τα δικαιώματα που πηγάζουν από το ασφαλιστήριο ζωής μεταβιβάζονται στην τράπεζα, αλλά το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι το δάνειο εξοφλήθηκε. Εκείνο που πρέπει να ενδιαφέρει το δανειολήπτη είναι η δυνατότητα αποπληρωμής του δανείου του και κατ’ επέκταση των ασφαλίστρων, αφού σε περίπτωση που το δάνειο παραμένει απλήρωτο ενδεχομένως να επηρεάζεται η ισχύς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο μπορεί να ακυρωθεί λόγω μη πληρωμής των ασφαλίστρων, εκτός εάν η τράπεζα συνεχίσει την πληρωμή τους με χρέωση του δανείου ή υπάρχει ρήτρα που επιτρέπει την αυτοασφάλιση.  

Στα πλαίσια αγωγής τραπεζικού ιδρύματος εναντίον των διαχειριστών περιουσίας αποβιώσαντα, οι τελευταίοι με αίτηση τους ζήτησαν την τροποποίηση της υπεράσπισης, ώστε να προσθέσουν περαιτέρω ισχυρισμούς ότι η συμφωνία δανείου είχε εξασφαλιστεί ή ήταν εξασφαλισμένη με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής του αποβιώσαντα, το οποίο είχε εκχωρηθεί στην τράπεζα και ένας από τους ασφαλιστέους κινδύνους ήταν ο θάνατος του. Συγκεκριμένα, ο αποβιώσας έλαβε δάνειο με σκοπό την αγορά διαμερίσματος και προς τούτο υπέγραψε πωλητήριο έγγραφο, το οποίο κατέθεσε στο Κτηματολόγιο και εκχώρησε τα δικαιώματα του προς την τράπεζα. Συγχρόνως, συνήψε ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής και εκχώρησε τα δικαιώματα του στην τράπεζα προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου. Μετά το θάνατο του, η τράπεζα αξίωνε με την αγωγή από τους διαχειριστές την αποπληρωμή του υπολοίπου του δανείου, καθώς και αναγνωριστικά διατάγματα ή απόφαση σε σχέση με τη συμφωνία εκχώρησης του πωλητηρίου εγγράφου, ότι η τράπεζα ήταν δικαιούχος του δικαιώματος ειδικής εκτέλεσης και διάταγμα ανάληψης της κατοχής και πώλησης του διαμερίσματος. Οι διαχειριστές, παρά τη μεσολάβηση αρκετού χρόνου από την καταχώρηση της αγωγής, με την αίτηση τροποποίησης που υπέβαλαν, θεωρούσαν ότι με την έλευση του θανάτου του αποβιώσαντα η ασφάλεια κατέπεσε και το οποιοδήποτε ποσό οφειλόταν στην τράπεζα ήταν πληρωτέο ή έπρεπε να εξοφληθεί από την ασφαλιστική εταιρεία. 

Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην απόφαση του ημερ.14.2.2020, εξετάζοντας τους ισχυρισμούς των διαχειριστών, ανέφερε ότι σοβαρότατος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για να επιτραπεί η τροποποίηση είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Σε σχέση με την προσθήκη που επιθυμούσαν να προβάλουν οι διαχειριστές και αφορούσε την καταγραφή της εκχώρησης προς την τράπεζα των δικαιωμάτων του αποβιώσαντα που απορρέουν από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής με την ασφαλιστική εταιρεία, ώστε να θεωρηθεί ότι με αυτό τον τρόπο εξοφλήθηκε οποιοδήποτε ποσό όφειλε ο αποβιώσας στην τράπεζα, το Δικαστήριο τόνισε ότι τούτο προϋπέθετε ότι η ασφαλιστική εταιρεία πρώτα αναγνωρίζει την ισχύ του ασφαλιστικού συμβολαίου μεταξύ της και του αποβιώσαντα και δεύτερο ότι εξέφρασε την πρόθεση να καταβάλει το ποσό προς την τράπεζα. Με βάση την αλληλογραφία που οι διαχειριστές επισύναψαν με την αίτηση τροποποίησης, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η ασφαλιστική εταιρεία θεωρεί ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο όταν απεβίωσε ο ασφαλισμένος δεν βρισκόταν σε ισχύ. 

Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι αν οι διαχειριστές είχαν οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας για το ασφαλιζόμενο ποσό, θα έπρεπε να είχαν στραφεί εναντίον της και να αξιώνουν την καταβολή προς αυτούς του ασφαλιζόμενου ποσού. Στην περίπτωση που τυχόν μια τέτοια αγωγή επιτύγχανε, τότε με τη συγκατάθεση των διαχειριστών η τράπεζα θα μπορούσε να αξίωνε την καταβολή του ασφαλιζόμενου ποσού. Η ύπαρξη όμως και μόνο της συμφωνίας εκχώρησης των δικαιωμάτων του αποβιώσαντα προς την τράπεζα δεν σημαίνει και εξόφληση του οφειλόμενου ποσού δυνάμει της σύμβασης δανείου. Το Δικαστήριο δεν επέτρεψε την τροποποίηση επειδή η ασφαλιστική εταιρεία δεν ήταν διάδικος και εναπόκειται στους διαχειριστές να χρησιμοποιήσουν την προβλεπόμενη διαδικασία για την προσθήκη της ως διάδικου στην αγωγή. 

*Δικηγόρου στη Λάρνακα