Του Γιώργου Κουκούνη*

“Η τράπεζα δικαιούται να συμψηφίζει λογαριασμούς του ίδιου πελάτη εκτός και αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά”

Η σχέση μεταξύ τράπεζας και πελάτη από τη φύση της είναι τέτοια που δημιουργεί στην τράπεζα το δικαίωμα να συμψηφίζει χρεωστικά με πιστωτικά υπόλοιπα του ίδιου πελάτη, ανεξάρτητα αν οι λογαριασμοί αυτού είναι διαφορετικοί. Η τράπεζα μπορεί με μια λογιστική πράξη να διαπιστώνει πώς έχει η κατάσταση λογαριασμού του πελάτη και με τον τρόπο αυτό να καλύπτει χρεωστικά υπόλοιπα του, όταν άλλος ή άλλοι λογαριασμοί του είναι πιστωτικοί. Το δικαίωμα αυτό καλείται τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης ή συμψηφισμού και ισχύει στην Κύπρο.  Αναγνωρίζεται δε σε τραπεζικό οργανισμό το δικαίωμα να συμψηφίζει διάφορους λογαριασμούς ενός πελάτη και όταν ακόμη ελλείπει συμφωνία. Αυτό το δικαίωμα είναι ανεξάρτητο και διαφορετικό από το γενικό δικαίωμα επίσχεσης ή συμψηφισμού.  Το τελευταίο απορρέει από αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις που δημιουργεί αιτία ξεχωριστής αγωγής ή ανταξίωσης.

Στην περίπτωση επίσχεσης κάποιου αντικειμένου ή πράγματος, παρέχεται στο δανειστή το δικαίωμα να διατηρήσει την κατοχή του πράγματος μέχρις ότου πληρωθεί ο λογαριασμός του. Αν στο μεταξύ ο δανειστής χάσει την κατοχή, τότε χάνει και το δικαίωμα επίσχεσης. Όσον αφορά το τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης, όταν ο λογαριασμός ενός πελάτη σε τράπεζα παρουσιάζει παρατράβηγμα και περιέρχεται στην κατοχή της τράπεζας κάποια επιταγή από τον πελάτη για εξαργύρωση, αυτή δικαιούται να κρατήσει την επιταγή ή το ποσό της μέχρις ότου ο πελάτης εξοφλήσει το παρατράβηγμα ή ακόμη να την εξαργυρώσει και να χρησιμοποιήσει το ποσό πρώτα προς αποπληρωμή του παρατραβήγματος. Σημειώνεται ότι η τράπεζα δεν χάνει το δικαίωμα επίσχεσης αν στο μεταξύ επιτρέψει στον πελάτη να αποσύρει χρήματα από το ποσό της επιταγής. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα όταν ένας πελάτης έχει ένα πιστωτικό και ένα χρεωστικό λογαριασμό, αν η τράπεζα δικαιούται να συνενώνει τους λογαριασμούς ώστε να συμψηφίζει τον πιστωτικό με το χρεωστικό λογαριασμό. Η απάντηση είναι θετική ότι η τράπεζα έχει ένα τέτοιο δικαίωμα και μπορεί να συμψηφίζει όποτε επιθυμεί τον ένα με τον άλλο λογαριασμό και να είναι υπόχρεα προς τον πελάτη της μόνο όταν υπάρχει πιστωτικό υπόλοιπο, εκτός αν έχει κάνει συμφωνία, ρητή ή εξυπακουόμενη, να διατηρεί τους λογαριασμούς ξεχωριστά.

Οι τράπεζες στα πλαίσια των εργασιών τους αποδέχονται καταθέσεις, παρέχουν δάνεια ή πιστωτικές διευκολύνσεις και είναι φυσικό να μεριμνούν για διασφάλιση των δικαιωμάτων τους. Στην περίπτωση που χορηγούν δάνεια ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε πελάτη τους απαιτούν από αυτόν την υπογραφή εγγράφων, συμφωνιών ή εντολών που παρέχουν στις τράπεζες ρητά το δικαίωμα, όποτε το επιθυμούν κατά την απόλυτη κρίση τους, να ασκούν μεταξύ άλλων το τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης ή συμψηφισμού λογαριασμών του πελάτη τους. Η πρακτική αυτή είναι συνηθισμένη χωρίς ο καθένας μας να πολυενδιαφέρεται για το περιεχόμενο των εγγράφων, συμφωνιών ή εντολών που υπογράφει, παρόλο που τα έγγραφα αυτά είναι δεσμευτικά. Κάποιοι δεικνύουν ενδιαφέρον μόνο όταν δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει και προσπαθούν να βρουν νομικά σημεία που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν να τις αποφύγουν. 

Το ανωτέρω θέμα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Π.Ε.8154, ημερ.21.11.94, το οποίο αποφάσισε ότι το δικαίωμα της τράπεζας να συμψηφίζει ένα λογαριασμό με άλλο ή να συνενώνει λογαριασμούς του πελάτη της, σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία προς το ενάντιο, τυγχάνει γενικής εφαρμογής. Αυτό το δικαίωμα όμως, που αποκαλείται και τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης, δεν έχει ομοιότητα με οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα επίσχεσης. Διευκρίνισε δε ότι το τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης και συμψηφισμού που απορρέει από τη σχέση τράπεζας και του ίδιου πελάτη διαφοροποιείται και δεν δημιουργεί θέμα συμψηφισμού ποσών που απορρέουν από αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις. 

Άρα καταδεικνύεται ότι όταν ένας πελάτης τράπεζας που ενεργεί παράλληλα ως καταθέτης, χρεώστης ή εγγυητής και επιθυμεί όπως συγκεκριμένες καταθέσεις του παραμείνουν ανεξάρτητες και ξεχωριστές από υφιστάμενες αναληφθείσες υποχρεώσεις του προς την τράπεζα, οφείλει να προβεί σε σχετική συμφωνία με την τράπεζα, ώστε η τελευταία να μην έχει δικαίωμα επίσχεσης επί των καταθέσεων του αυτών και να μπορεί όποτε επιθυμεί να αποσύρει χρήματα από αυτές.

Παρά τα ανωτέρω, οι συμψηφισμοί που διενήργησε ο Συνεργατισμός προκαλούν ερωτηματικά ως προς τη νομιμότητα τους, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου, των περιστάσεων και της μέχρι πρόσφατα αδράνειας του, που δημιούργησαν την πεποίθηση στους πελάτες του ότι δεν θα διενεργείτο συμψηφισμός. Μάλιστα, λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς και πρακτικής του, ενδεχομένως να κριθεί ότι απεμπόλησε αυτό το δικαίωμα. 

 *Δικηγόρου στη Λάρνακα