Του Ανδρέα Α. Ανδρέου*

Κατοικείτε σε ένα διαμέρισμα ηλικίας είκοσι ετών. Βρίσκεται σε καλή και ήσυχη περιοχή, δεν προβήκατε σε κάποια ανακαίνιση όλο αυτό το διάστημα, το κτίριο αν και δεν έχει εμφανή σημάδια στατικής ανεπάρκειας, δεν έχει ανακαινιστεί ποτέ και στην πολυκατοικία υπάρχουν συνολικά πέραν των δέκα μονάδων. Εσείς είσαστε σε κάποιο σταυροδρόμι αποφάσεων επειδή θέλετε να μεταστεγαστείτε και σκέφτεστε: να το βγάλω στην πούληση ως έχει ή να το φτιάξω; Το πιο πάνω δίλημμα προβληματίζει ένα μεγάλο ποσοστό ιδιοκτητών που θέλουν να κάνουν το επόμενο βήμα στη ζωή τους. Ποιες είναι λοιπόν οι επιλογές τους, ποια τα υπέρ και ποια τα κατά της κάθε απόφασης; 

Πριν δούμε τις επιλογές, θα πρέπει να δώσουμε σημασία στην εξωτερική κατάσταση του κτιρίου μας, αλλά και στους κοινόχρηστούς του χώρους. Ο λόγος; Είναι η πρώτη εικόνα που θα αντικρίσει κάποιος όταν θα έρθει να δει το διαμέρισμά μας. άρα αν αυτή δεν είναι θετική, δύσκολα θα ανατραπεί με το τι θα δει μέσα. Η πολυάριθμη ιδιοκτησία σε ένα κτίριο (και δη στην Κύπρο), είναι συνυφασμένη με δυσκολία λήψης γενναίων αποφάσεων σε σχέση με τι ριζική ανακαίνιση και συστηματική συντήρησή του. Δύσκολα υπάρχει συνεννόηση, δύσκολα διορίζεται μια ικανή διαχειριστική επιτροπή, δύσκολα δημιουργούνται ταμεία συντήρησης, ακόμη πιο δύσκολα υπάρχει απόλυτη συμμόρφωση σε αποφάσεις και δύσκολα λαμβάνονται σωστές προδιαγραφές συντήρησης. Γι’ αυτό βλέπουμε την πλειοψηφία των κτιρίων να πάσχουν από πλευράς γενικής και ειδικής συντήρησης.

Εμείς, ως ιδιοκτήτες μιας μονάδας σε ένα τέτοιο κτίριο, γνωρίζουμε και τα προβλήματα και τις αιτίες γιατί το κτίριο έχει αυτήν την εικόνα. Άρα είναι μια παράμετρος που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη στην απόφασή μας για το τι θα κάνουμε. Αν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι ο βαθμός ασυνεννοησίας μεταξύ ιδιοκτητών είναι μεγάλος, τότε ίσως δεν πρέπει να προβούμε σε σοβαρό έξοδο ανακαίνισης του δικού μας – αν θέλουμε να το πουλήσουμε. Αν δεν θέλουμε να το πουλήσουμε αλλά να συνεχίσουμε να μένουμε εκεί, τότε η απόφαση για ανακαίνιση δύναται να είναι διαφορετική. Αν, από την άλλη, υπάρχει ήδη ταμείο συντήρησης του κτιρίου και επίκειται ανακαίνιση του, τότε έχουμε ένα καλό χαρτί να ρίξουμε στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης.

Ένα άλλο στοιχείο, που θα πρέπει να μας προβληματίσει εξαρχής, είναι η αρχιτεκτονική αισθητική και προσέγγιση του κτιρίου. Άλλες ήταν οι αρχιτεκτονικές αντιλήψεις πριν από τριάντα χρόνια και άλλες σήμερα. Αν σε αυτό το κεφάλαιο το κτίριό μας πάσχει σοβαρά και δεν μπορεί με μια σοβαρή ανακαίνιση να ανταγωνιστεί αξιοπρεπώς το πιο σύγχρονο κύμα, τότε ίσως και πάλι δεν πρέπει να το παρακάνουμε με την ανακαίνιση του δικού μας διαμερίσματος.

Η πρώτη λοιπόν επιλογή είναι να προσπαθήσουμε να το πουλήσουμε αφήνοντας το ως έχει. Το κυριότερο επιχείρημα μιας τέτοιας απόφασης είναι πως ο νέος ιδιοκτήτης θα μπορεί να το ανακαινίσει και να το διαμορφώσει σύμφωνα με το δικό του γούστο και τις δικές του απαιτήσεις. Επιπλέον, αποφεύγουμε εμείς να εκταμιεύσουμε ένα σοβαρό κονδύλι ανακαίνισης, το οποίο ενδεχομένως να φέρει ένα αποτέλεσμα μη εμπορεύσιμο και στο τέλος της ημέρας να μην είναι ανακτήσιμο. Από την άλλη, μια τέτοια απόφαση θα πρέπει να μας κάνει να δεχτούμε εκ προοιμίου πως θα το πουλήσουμε σε πολύ πιο χαμηλή τιμή.

Η δεύτερη επιλογή είναι να το φρεσκάρουμε σε ελάχιστο βαθμό, ώστε να είναι πιο φωτεινό και να κρύβει λίγα χρόνια από τη μακρόχρονη ιστορία του. Και όταν λέμε «ελάχιστο βαθμό», εννοούμε ένα απλό μπογιάτισμα. Τίποτα άλλο. Ούτε νέα κουζίνα, ούτε νέο συνθετικό παρκέ πάνω από τα πλακάκια, ούτε νέα παράθυρα από σκελετό αλουμινίου. Όλα αυτά θα σίγουρα πεταμένα λεφτά. Ο νέο ιδιοκτήτης θα το φτιάξει όπως αυτός επιθυμεί. Η ουσιαστική διαφορά αυτής της επιλογής από την πρώτη πιο πάνω, είναι πως δίνετε την εντύπωση ότι διαχρονικά ενδιαφερόσασταν για το διαμέρισμα σας και, παρά την ηλικία των υπόλοιπων υλικών, ο χώρος εκπέμπει μια θετικότερη ενέργεια. Άρα αυξάνετε σε κάποιο βαθμό την εμπορευσιμότητά του (δηλαδή την ευκολία πώλησης του) και ενδεχομένως ελαφρώς την αξία του).

Η Τρίτη επιλογή είναι να πάμε στην τέταρτη επιλογή. Διαφορετικά θα λάβουμε την απόφαση να κάνουμε μια λανθασμένη ανακαίνιση. Αυτή δηλαδή που δεν είναι ικανή να μας πείσει να ζήσουμε εμείς εκεί και περιλαμβάνει αυτό που λέμε στην καθομιλουμένη κυπριακή διάλεκτο «μυλλοσφοντζίσματα». Θα πάμε δηλαδή να αλλάξουμε τα παράθυρα με νέα αλουμίνια επιλέγοντας την πιο φτηνή σειρά αλουμινίου και ενδεχομένως τις σάπιες κάσες από κάτω περνώντας τες με μια απλή βαφή από μπογιά. Θα τοποθετήσουμε ένα φτηνό συνθετικό παρκέ από πάνω από το υφιστάμενο δάπεδο μη ελέγχοντας τυχόν απώλειες από την υδραυλική εγκατάσταση ή ανερχόμενες υγρασίες από το υπόστρωμα άμμου που εκτείνεται από τις βεράντες εντός του χώρου μας. Θα πάμε στο παζαράκι εκπτώσεων ειδών υγιεινής για να επιλέξουμε κεραμικά κατηγορίας «Γ», τα οποία όταν τοποθετούν μέσα σε χρόνο «ντε-τε» από τον «μάστορα» που βρήκαμε μια νύχτα στο σουβλατζίδικο, θα διαπιστώσουμε πως η αρμολόγηση τους χάνει κάτι χιλιοστά στην πορεία και ότι το πάτωμα και η τοιχοποιία μας πάσχουν από σκολίωση. Και όλα αυτά μαζί με τις πόρτες των €60 και την κουζίνα των €499, θα συνθέτουν μια πλασματική εικόνα πως το διαμέρισμα είναι ανακαινισμένο. Θα ανακαλύψουμε πως η ανακαίνιση δεν εκτιμείται από τους υποψήφιους αγοραστές και δεν προσθέτει ιδιαίτερα στην τιμή, αλλά αντίθετα δεν πουλά αν η τελευταία δεν πέσει. Στο τέλος, αναγκαζόμαστε να μείνουμε εμείς μέσα σε ένα χώρο που δεν μας ικανοποιεί ή το βάζουμε στο ενοίκιο. Η τέταρτη επιλογή προϋποθέτει να υπάρχει πραγματικό φως στο τούνελ της ανακαίνισης του κτιρίου εξωτερικά και αρχιτεκτονικά να έχει κάτι να πει. Σε τέτοια περίπτωση αναθέτετε σε κάποιον σχεδιαστή εσωτερικών χώρων με περγαμηνές και σε ένα ικανό συνεργείο για να σας δώσουν ένα αποτέλεσμα που πραγματικά μεταμορφώνει τον χώρο. Ο μέσος υποψήφιος αγοραστής, που είναι οπτικός τύπος, θα τρίβει τα μάτια του και πιο εύκολα θα πειστεί να αγοράσει το προϊόν που του προσφέρετε κοντά στην τιμή που ζητάτε.

*MRICS, CEO APS Andreou Property Strategy – Chartered Surveyors