Του Γιώργου Κουκούνη*

“Είναι άκυρη η συμφωνία εργολαβίας με μη εγγεγραμμένο ή αδειούχο εργολήπτη”

Η επιλογή του εργολήπτη για την εκτέλεση συγκεκριμένου οικοδομικού ή τεχνικού έργου προϋποθέτει την ύπαρξη από μέρους του τόσο εγγραφής όσο και ισχύουσας ετήσιας άδειας αντίστοιχης του τεχνικού ή οικοδομικού έργου που αναλαμβάνει. Αρμόδιο για την εγγραφή και την έκδοσης ετήσιας άδειας εργολήπτη είναι το Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων, με βάση το Νόμο, Ν. 29(Ι)/2001. Το άρθρο 25 προνοεί ότι κανένας δεν μπορεί να αναθέτει σε ή να επιτρέπει την εκτέλεση οποιουδήποτε οικοδομικού ή τεχνικού έργου από πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης ή και δεν κατέχει κατά τον ουσιώδη χρόνο ετήσια άδεια της τάξης και κατηγορίας στην οποία ανήκει το έργο. Μάλιστα, το άρθρο 30 προβλέπει ότι κάθε συμφωνία, γραπτή ή προφορική, η οποία αφορά σε ανάθεση της εκτέλεσης οικοδομικού ή τεχνικού έργου σε μη εγγεγραμμένο ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ισχύουσας ετήσιας άδειας ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ετήσιας άδειας αντίστοιχης της τάξης του τεχνικού ή οικοδομικού, ανάλογα με την περίπτωση, έργου είναι άκυρη. Η εν λόγω ακυρότητα μπορεί στην περίπτωση εγγεγραμμένου ήδη εργολήπτη, όπως προβλέπει το εδάφιο 2 του άρθρου 30, να θεραπευθεί αναδρομικά αν αυτός, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία συνομολόγησης της σύμβασης, εξασφαλίσει από το Συμβούλιο ετήσια άδεια της τάξης του οικοδομικού ή τεχνικού, ανάλογα με την περίπτωση, έργου που διαλαμβάνεται στη συμφωνία.

Η ακυρότητα της συμφωνίας ανάθεσης εργολαβίας κατά παράβαση του Νόμου, εκτός από την ποινική ευθύνη των συμβαλλομένων, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε δικαιώματα είτε στον εργολήπτη είτε στον εργοδότη, εφόσον είναι παράνομη και κανένα δικαστήριο δεν θα αποδώσει θεραπεία σε περίπτωση υποβολής απαίτησης δυνάμει αυτής. Επηρεάζεται τόσο ο εργολήπτης για την αμοιβή του, εάν τυχόν ο εργοδότης του οφείλει χρήματα για εκτελεσθείσες εργασίες, όσο και ο εργοδότης εάν υπέστη απώλεια και ζημία λόγω κακοτεχνιών και ελαττωματικών εργασιών. Το δικαστήριο όταν διαπιστώσει καταστρατήγηση των ανωτέρω ρητών προνοιών του Νόμου, ανεξάρτητα ποιος εγείρει αξιώσεις είτε με αγωγή είτε με ανταπαίτηση, θα τις απορρίψει και μάλιστα χωρίς διαταγή για έξοδα, ώστε κανένα από τα μέρη να μην μπορεί να αποκτήσει όφελος από την παρανομία. Ακόμη και στην περίπτωση που τα μέρη συμφωνήσουν να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή και εκδικάσουν μόνο την ανταπαίτηση, ενόσω το θέμα της παρανομίας είναι επίδικο, όσο άδικο και να φαίνεται, η ανταπαίτηση του μέρους που την προωθεί θα απορριφθεί, χωρίς να αποτελεί δικαιολογία ότι δέχθηκε εσφαλμένα απόφαση στην αγωγή. 

Το θέμα παρουσιάζει ενδιαφέρον από απόψεως χειρισμού τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης, καθώς και των δηλώσεων των δικηγόρων των μερών ενώπιον του δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τα γεγονότα και την ετυμηγορία του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Π.Ε.407/2011 ημερ.21.6.2018, το οποίο παρέμβηκε και ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση στην ανταπαίτηση. Πρωτόδικα εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή του εργολήπτη, ο οποίος δεν ήταν εγγεγραμμένος και παραδέχθηκε το γεγονός μέσω του δικηγόρου του όπως εγειρόταν από τον εργοδότη στην ανταπαίτηση του για κακοτεχνίες και ελαττώματα. Το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στην ανταπαίτηση υπέρ του εργοδότη για κακοτεχνίες και ελαττώματα, αλλά ο εργολήπτης την εφεσίβαλε επικαλούμενος την παρανομία του ως μη εγγεγραμμένος εργολήπτης. 

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του επισήμανε ότι η ακρόαση της ανταπαίτησης έγινε στη βάση των δικογράφων που περιλάμβαναν ισχυρισμό ότι η συμφωνία των διαδίκων ήταν παράνομη λόγω μη εγγραφής κατά τον ουσιώδη χρόνο του εργολήπτη στο Μητρώο Εργοληπτών. Ο εργοδότης δεν τροποποίησε το δικόγραφο του για να εγκαταλείψει τον ισχυρισμό περί παράνομης σύμβασης και το θέμα παρέμεινε επίδικο στην ανταπαίτηση. Με τη δήλωση του δικηγόρου του εργολήπτη, η πλευρά του έκαμε δεκτό το γεγονός ότι δεν ήταν εγγεγραμμένος κατά το χρόνο ανάληψης του έργου. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε μεμπτή την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου να αγνοήσει την παραδοχή ωσάν να μην είχε γίνει. Με αναφορά στη νομολογία και συγγράμματα, τόνισε ότι στις πολιτικές υποθέσεις παραδοχές από δικηγόρο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αποτελούν μαρτυρία εναντίον του πελάτη του στην ίδια διαδικασία. Εξετάζοντας κατά πόσο η παραδοχή αυτή κατέστησε παράνομη τη σύμβαση εργολαβίας, έκρινε ότι ενόψει της ανωτέρω νομοθεσίας, η συνομολόγηση της συμφωνίας ήταν παράνομη λόγω μη εγγραφής του εργολήπτη στο Μητρώο Εργοληπτών κατά το χρόνο καταρτισμού της και ως τέτοια τα μέρη δεν νομιμοποιούνται στη διεκδίκηση εκατέρωθεν απαιτήσεων βασιζομένων στη συμφωνία αυτή. 

*Δικηγόρου στη Λάρνακα