Του Γιώργου Κουκούνη*

“Προϋποθέτει υπογραφή του εγγράφου ή της διαθήκης από τον ιδρυτή ή τον διαθέτη”

Η δημιουργία εμπιστεύματος με σκοπό τη δέσμευση ακίνητης ιδιοκτησίας προς όφελος συγκεκριμένου προσώπου ή προσώπων που επιλέγει ο ιδρυτής, μη αποκλειόμενου και του ιδίου,  είναι επιλογή που προσφέρεται νομοθετικά και η εγκυρότητα του δεν εξαρτάται από την καταχώριση του στο Κτηματολόγιο. Προαπαιτούμενο αποτελεί η ύπαρξη ιδρυτικού εγγράφου ή διαθήκης που φέρει την υπογραφή του ιδρυτή ή διαθέτη ανάλογα με την περίπτωση. Το εμπίστευμα ως δικαιοπραξία παρέχει τη δυνατότητα καταχώρισης του εγγράφου στο κτηματολογικό μητρώο για τους σκοπούς του εμπιστεύματος και ειδικής εκτέλεσης. Το άρθρο 65ΙΕ του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ. 224, προνοεί ότι κανένα εμπίστευμα το οποίο αφορά ακίνητη ιδιοκτησία δεν θεωρείται έγκυρο εκτός αν αυτό ιδρύεται με έγγραφο (trust deed) υπογραμμένο από το πρόσωπο που δικαιούται σε αυτό ή με διαθήκη. Το ιδρυτικό έγγραφο του εμπιστεύματος ή η διαθήκη ανάλογα με την περίπτωση, καταχωρούνται στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου. Η ανυπαρξία ιδρυτικού εγγράφου αποδεικνύει ότι ο διαθέτης δεν ολοκλήρωσε τη σύσταση του εμπιστεύματος και κατά συνέπεια δεν υφίσταται ως τέτοιο και ούτε μπορεί να γίνει λόγος για επίκληση του δικαίου της επιείκειας. Η ύπαρξη όμως υποθήκης που δυνατό να επιβαρύνει την ακίνητη ιδιοκτησία του διαθέτη δεν επηρεάζει την εγκυρότητα του εμπιστεύματος. Εναπόκειται στον εμπιστευματοδόχο ή το διαχειριστή της περιουσίας να χειριστεί το θέμα όπως εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον των δικαιούχων του εμπιστεύματος και σύμφωνα με τη θέληση του ιδρυτή του. 

Η εφαρμογή του άρθρου 65ΙΕ(2) προϋποθέτει την τήρηση του τύπου ώστε το εμπίστευμα να είναι δεκτικό εγγραφής στο Κτηματολόγιο, όπως υποδεικνύει η νομολογία και η Δικαστής κα Δ. Μιχαηλίδου στην απόφαση της του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Π.Ε.220/2012 ημερ.27.11.2018. Η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ορθά δεν ικανοποίησε τους εφεσείοντες που την έκριναν λανθασμένη για τον τρόπο που ερμήνευσε το άρθρο 65ΙΕ ότι η καταχώριση του εγγράφου στο κτηματολογικό μητρώο συνιστούσε προαπαιτούμενο για την εγκυρότητα του. Συγκεκριμένα, καταρτίστηκε έγγραφο αμετάκλητου εμπιστεύματος προς όφελος του ιδρυτή και ιδιοκτήτη σε ακίνητη ιδιοκτησία με δικαιούχους τον ίδιο, τη σύζυγο και τους εγγονούς του. Μετά την κατάρτιση του εμπιστεύματος, ο ιδρυτής αποτάθηκε στην τράπεζα που ήταν ενυπόθηκος δανειστής ζητώντας τη συγκατάθεση της για εγγραφή του εμπιστεύματος στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, άδεια την οποία η τράπεζα αρνήθηκε, κρίνοντας ότι κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της. Όπως αναφέρει περαιτέρω η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μετά το θάνατο του ιδρυτή προέκυψαν διαφορές μεταξύ των κληρονόμων και καταχωρήθηκαν αγωγές. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι με βάση το άρθρο 53(Ι)(Ε) του Κεφ.189 που αφορά τις διαχειρίσεις κληρονομιών, είχε εξουσία και δικαιοδοσία να εξετάσει την αίτηση που υποβλήθηκε από το διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα με μόνο επίδικο ζήτημα την έκδοση οδηγιών προς αυτόν. 

Αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 65ΙΕ, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρά το γεγονός ότι παρέπεμψε σε νομολογία, εντούτοις κατέληξε στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι εφόσον το εμπίστευμα δεν ενεγράφη στο κτηματολογικό μητρώο δεν τίθεται θέμα δέσμευσης της περιουσίας του για σκοπούς του εμπιστεύματος. Συνεπώς, το υπό αναφορά ακίνητο αποτελεί μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντα και ως τέτοια ο διαχειριστής θα πρέπει να τη διαχειριστεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το παράπονο των εφεσειόντων ήταν βάσιμο, καθόσον βασική προϋπόθεση για να κριθεί έγκυρο έγγραφο εμπιστεύματος που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία, συνιστά η ύπαρξη ιδρυτικού εγγράφου ή διαθήκης που φέρει την υπογραφή του ιδρυτή ή του διαθέτη, αναλόγως της περίπτωσης. Η καταχώρηση του ιδρυτικού εγγράφου στο Κτηματολογικό Γραφείο δεν συνιστά συστατικό στοιχείο ή προϋπόθεση της εγκυρότητας του εμπιστεύματος ώστε να μην επιφέρει τις έννομες συνέπειες που ηθέλησε ο ιδρυτής του ή ακυρότητα της δικαιοπραξίας. Δυνάμει του άρθρου 65ΙΕ(2), παρέχεται μόνο η δυνατότητα καταχώρησης του εγγράφου στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου για τους σκοπούς του εμπιστεύματος ή για ειδική εκτέλεση.

Η συγκατάθεση οποιουδήποτε τρίτου, αναφέρει η απόφαση, και εν προκειμένω της τράπεζας, δεν αποτελεί προαπαιτούμενο της έγκυρης δικαιοπραξίας. Τόνισε ότι η δημιουργία του εμπιστεύματος ανάγεται στην έκφραση της ιδιωτικής βούλησης του ιδρυτή στην οποία δεν έχει κανένα λόγο οποιοσδήποτε τρίτος. Διακρίνονται οι προϋποθέσεις του κύρους της δικαιοπραξίας, οι οποίες πρέπει να συνυπάρχουν, κατά την κατάρτιση της και οι όροι του ενεργού της δικαιοπραξίας, που πρέπει να συντρέξουν μετά την κατάρτιση της, ώστε αυτή να καταστεί ενεργή, σε καμιά περίπτωση όμως αποτελούν αναγκαία στοιχεία του κύρους της. 

*Δικηγόρου στη Λάρνακα