Του Γιώργου Κουκούνη* 

“Πρόκειται για σύσταση από σύμβουλο που να είναι προς το συμφέρον του επενδυτή”

Η επαγγελματική συμπεριφορά τράπεζας στα πλαίσια παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, κατά πόσο τήρησε τις υποχρεώσεις της που προβλέπονται στο σχετικό νόμο που αποβλέπουν στην προστασία των επενδυτών, ηγέρθηκε από πελάτες αγοραστές, οι οποίοι πρόσβαλαν τις συμβάσεις αγοράς αξιογράφων που συνομολόγησαν με αυτή. Ο ισχυρισμός τους ήταν ότι η τράπεζα τους παρότρυνε και συμβούλευσε να αγοράσουν μετατρέψιμα αξιόγραφα, εκφράζοντας γνώμη και συστήνοντας ότι επρόκειτο για ευνοϊκή και κατάλληλη ευκαιρία που έπρεπε να αξιοποιήσουν. Διατείνονταν ότι η τράπεζα παραβίασε τις υποχρεώσεις της που προβλέπονται στο νόμο κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και ιδιαίτερα τις διατάξεις για την προστασία των επενδυτών. Σχετική είναι η πρόνοια του άρθρου 36 του Ν.144(Ι)/2007 που προνοεί ότι κάθε Κυπριακή Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και κατ’ αναλογία η τράπεζα που έλαβε σχετική άδεια λειτουργίας οφείλει, κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες, να ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της και να συμμορφώνεται ιδίως με συγκεκριμένες αρχές, όπως η παροχή πληροφοριών που να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Όταν παρέχει επενδυτικές συμβουλές, οφείλει να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά µε τη γνώση και την πείρα του πελάτη στον επενδυτικό τομέα, καθώς και σχετικά µε την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους, ώστε να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηµατοοικονοµικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του.

Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην απόφαση που εξέδωσε ο Α.Ε.Δ. κ. Ηλ. Γεωργίου, ημερ.20.9.2018, εξετάζοντας τους ισχυρισμούς των εναγόντων σε συνάρτηση με τη συμπεριφορά της τράπεζας, αναφέρθηκε στην έννοια της παροχής επενδυτικής συμβουλής, κρίνοντας ότι η τράπεζα τους παρουσίασε τα αναφερόμενα αξιόγραφα ως ευκαιρία και ασφαλή προϊόντα. Πρόσθεσε όμως ότι οι δηλώσεις από μέρους της τράπεζας δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, αφού επρόκειτο για χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία ενείχαν κινδύνους και ότι δεν τους παρείχε κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή ή κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονταν με αυτά. Συνακόλουθα η τράπεζα παραβίασε τις υποχρεώσεις της με βάση το νόμο και παρέλειψε να αντλήσει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα των αγοραστών για το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικών μέσων, την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς τους στόχους, ώστε να τους συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που ήταν κατάλληλα για την περίπτωση τους. 

Αναφορικά με την έννοια του όρου «επενδυτική συμβουλή», το δικαστήριο επισήμανε ότι συνιστά κύρια επενδυτική υπηρεσία και δραστηριότητα σύμφωνα με το νόμο και σημαίνει την παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αίτησής του είτε µε πρωτοβουλία της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, σχετικά µε µία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηµατοοικονοµικά μέσα. Η συμβουλή απαιτεί το στοιχείο της γνώμης από μέρους του συμβούλου. Πρόκειται για σύσταση διενέργειας κάποιας πράξης ή αποχή από κάποια πράξη και θα πρέπει να είναι προς το συμφέρον του επενδυτή. Από την άλλη η πληροφορία περιλαμβάνει δηλώσεις γεγονότων ή αριθμών και σε γενικές γραμμές η παροχή πληροφοριών χωρίς σχόλια. Η συμβουλή είναι η έκφραση γνώμης αναφορικά με μελλοντική ενέργεια, η οποία οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τόσο τις πραγματικές συνθήκες όσο και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του αποδέκτη της και να καταλήγει με βάση αυτά είτε σε μια προτροπή από μια σχεδιαζόμενη ενέργεια η οποία κατά τη γνώμη του παρέχοντος τη συμβουλή ανταποκρίνεται στο συμφέρον του αποδέκτη της. Περαιτέρω, τόνισε ότι η παροχή συμβουλής θα πρέπει να συγκεντρώνει τα εχέγγυα της ορθότητας, πληρότητας, σαφήνειας και καταλληλόλητας. 

Στην προκειμένη περίπτωση η τράπεζα, όπως έκρινε το δικαστήριο, καταχράστηκε την εμπιστοσύνη των αγοραστών και η όλη συμπεριφορά της δεν ήταν δίκαιη, αλλά μη κατάλληλη. Οι δηλώσεις της δεν ήταν ακριβείς, σαφείς και επαρκείς, αντίθετα ήταν παραπλανητικές, αφού τους παρουσίασε τα αξιόγραφα ως ευκαιρία, δηλαδή ως περίσταση ευνοϊκή και τους ζήτησε να σπεύσουν γρήγορα να τα αγοράσουν. Κατ’ ακολουθία, οι αγοραστές ως ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα που υπέγραψαν με την τράπεζα δεν τους δεσμεύουν. Υπέστησαν ζημιά για το ποσό που καταβλήθηκε για την αγορά των αξιογράφων και το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση για το εν λόγω ποσό. Συγχρόνως, το δικαστήριο εξέδωσε και διάταγμα που ακύρωσε τις συμβάσεις αγοράς των αξιογράφων που συνομολογήθηκαν μεταξύ των αγοραστών και της τράπεζας. 

*Δικηγόρου στη Λάρνακα