Περιπλέκεται ακόμη περισσότερο το θέμα της παράτασης στην αναστολή εκποιήσεων που επιθυμεί η αντιπολίτευση και απορρίπτει για συνταγματικούς λόγους ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μετά την ουδέτερη στάση που τήρησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η οποία ουσιαστικά αρνήθηκε να πάρει θέση, εκδίδοντας αρνητική γνώμη για τη νέα αναστολή, με τρόπο που στην ουσία ενισχύει τις θέσει των αντιπολιτευόμενων κομμάτων.
Τη διατύπωση γνώμης -ουσιαστικά εναντίον της νέας αναστολής εκποιήσεων- είχε ζητήσει από την ΕΚΤ το Υπουργείο Οικονομικών. Η Φρανκφούρτη δεν φαίνεται να διαπιστώνει πως η νέα παράταση της αναστολής, μέχρι 31/10/21 θα προκαλέσει προβλήματα στα κεφάλαια των τραπεζών ή θα επηρεάσει την οικονομία γενικότερα και την οικονομική πολιτική του κράτους. Επίσης, δεν εντοπίζει νομικά ζητήματα σε σχέση με το ενωσιακό κεκτημένο, όπως είχε υποστηρίξει πολλές φορές το Υπουργείο Οικονομικών.
Συγκεκριμένα, η ΕΚΤ, ενημερώνοντας το Υπουργείο Οικονομικών, αναφέρει πως «αποφάσισε να μην διατυπώσει γνώμη, αφού έλαβε ιδιαιτέρως υπόψη το γεγονός ότι σκοπός των τροποποιήσεων που εισάγονται με το σχέδιο νόμου είναι μόνον η παράταση της αναστολής των διαδικασιών εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων έως την 31η Οκτωβρίου 2021». Όπως υποστηρίζει η ΕΚΤ, τον Δεκέμβριο του 2020, προκειμένου να μετριαστούν οι συνέπειες της πανδημίας της νόσου COVID-19, εγκρίθηκε νόμος με τον οποίο οι διαδικασίες εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων ανεστάλησαν έως τον Μάρτιο του 2021, ο οποίος τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με σκοπό την παράταση της περιόδου αναστολής έως την 31η Ιουλίου 2021. Μάλιστα, η ΕΚΤ αναφέρεται στον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του νόμου που αναπέμφθηκε, με την περαιτέρω στόχευση (περιορισμό) των ακινήτων που δεν θα μπορούν να εκποιηθούν.
Πολιτικό το ζήτημα
Όπως φαίνεται, η αναπομπή του νόμου την περασμένη Παρασκευή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη έγινε κυρίως για πολιτικούς λόγους, παρόλο που ο κ. Αναστασιάδης επικαλείται σύγκρουση με το Σύνταγμα και με την αρχή της διάκρισης εξουσιών και την ελευθερία του συμβάλλεσθαι. Ουσιαστικά, με την εξέλιξη που προέκυψε από την άρνηση της ΕΚΤ να λάβει θέση, η κυβέρνηση μένει σε κάποιο βαθμό εκτεθειμένη, καθώς τον περασμένο Απρίλιο, μερικές εβδομάδες πριν από τις βουλευτικές εκλογές, η προηγουμένη Βουλή (συμπεριλαμβανομένου του ΔΗΣΥ) είχε εγκρίνει πάγωμα των εκποιήσεων μέχρι το τέλος Ιουλίου, χωρίς ο Πρόεδρος να αναπέμψει τον νόμο και χωρίς να επικαλεστεί τα συνταγματικά κωλύματα που επικαλείται σήμερα. Μάλιστα, εκείνος ο νόμος εμπόδιζε πολύ περισσότερες εκποιήσεις από αυτόν που ανέπεμψε την Παρασκευή.
Από τις 20/7 η επιστολή ΕΚΤ
Προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η αναπομπή του νόμου για την αναστολή μέχρι 31/10 έγινε στις 23 Ιουλίου, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στην επιστολή που έλαβε στις 20 Ιουλίου το Υπουργείο Οικονομικών από την ΕΚΤ, σε σχέση με την απόφασή της να μη διατυπώσει γνώμη. Την περασμένη Πέμπτη, παρόλο που ήταν δεδομένο εδώ και μέρες πως θα γινόταν αναπομπή της νομοθεσίας, είχαν διαρρεύσει πληροφορίες για υπογραφή, τελικά, του νόμου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μάλλον λόγω της επιστολής από την ΕΚΤ. Ωστόσο, την επόμενη μέρα αναπέμφθηκε ο νόμος, μετά και τις υποδείξεις του Γενικού Εισαγγελέα Γιώργου Σαββίδη, ο οποίος διαπίστωσε πως ο νόμος πάσχει νομικά και συνταγματικά.
Πηγή: Ο Φιλελεύθερος