Ιδιοκτήτες θέλουν να είναι η πλειοψηφία των κατοίκων της Κύπρου με τις τιμές των σπιτιών να παίρνουν σταδιακά την κάτω βόλτα ενώ την ίδια στιγμή δηλώνουν ανίκανοι να αποπληρώσουν τα χρέη τους αλλά και τη συντήρηση τους. 

Οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 11% στην ΕΕ από το 2010 και έπεσαν στην Κύπρο

Οι τιμές των κατοικιών, συμπεριλαμβανομένων των αγορών τόσο νέων όσο και υφισταμένων κατοικιών και διαμερισμάτων, παρουσιάζουν πτωτική τάση στη χώρα μας αφού από το 2006 πήραν την κάτω βόλτα φτάνοντας το 2017 να παρουσιάζουν μείωση (-0,9%) μαζί με χώρες όπως η Ισπανία (-17%), η Ιταλία (-15%).

Την ίδια στιγμή, σε όλην την Ευρώπη οι τιμές άρχισαν και πάλι να αυξάνονται το 2014.

Συνολικά, μεταξύ του 2010 και του 2017, οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν συνολικά κατά 11% στην ΕΕ και κατά 6% στη ζώνη του ευρώ. Μεταξύ των κρατών μελών, οι μεγαλύτερες αυξήσεις κατά την περίοδο αυτή παρατηρήθηκαν στην Εσθονία (+ 73%), Σουηδία (+56%), Αυστρία (+49%), Λετονία (+47%) και Λουξεμβούργο (+ 40%).

Περίπου το 70% των πολιτών της ΕΕ έχουν το δικό τους σπίτι

Αξιοσημείωτο, όμως, είναι το γεγονός ότι στην Κύπρο το ποσοστό των ανθρώπων που επιθυμούν να έχουν δικό τους σπίτι και όχι ενοικιαζόμενο δεν έπεσε αισθητά λόγω της οικονομικής κρίσης αλλά αυξήθηκε φτάνοντας το 72,5%  (σε ολόκληρη την Ε.Ε. έφτανε το 69,2%) την ώρα που τα ΜΕΔ έπαιρναν φωτιά. Την ίδια χρονιά σε χώρες με ανεπτυγμένη οικονομία και χωρίς σημάδια κρίσης τα ποσοστά ιδιοκτησίας σπιτιών έφταναν στο 52% στη Γερμανία, 55% στην Αυστρία, 62% στη Δανία και 63% στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Στην Κύπρο, μάλιστα, το ποσοστό των ενοικιαστών ανερχόταν μόλις στο 27,5%...

Το 2016 μάλιστα το 27,7%  των Κυπρίων βρισκόταν στο όριο της φτώχειας. Μεγάλο δηλαδή ποσοστό του πληθυσμού κινδύνευε από τη φτώχεια ή παρουσιάζε υλική στέρηση ή ζούσε σε ένα νοικοκυριό με πολύ χαμηλή εργασία. 

Επ΄ αυτού, το ¼ των Κυπριών το 2016 αδυνατούσε να αποπληρώσει όχι μόνο τα δάνεια του αλλά και τους μηνιαίους του λογαριασμούς. Το 26,6% του συνολικού πληθυσμού δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καλύψει τις δόσεις του δανείου του για την ΠΡΩΤΗ κατοικία ή να καλύψει έστω το ενοίκιο του και τους πάγιους λογαριασμούς του.

Παρόλα αυτά όμως οι ιδιόκτητες κατοικίες μέσω δανείων έδιναν και έπαιρναν…

Στην ΕΕ, το μερίδιο του πληθυσμού που είναι ιδιοκτήτης του σπιτιού είναι σταθερό σε περίπου 70% για ολόκληρη την περίοδο 2010 έως 2016, με το μερίδιο των μισθωτών γύρω στο 30%. Το μοντέλο αυτό διαφέρει ελαφρώς στη ζώνη του ευρώ, όπου περίπου τα δύο τρίτα του πληθυσμού κατείχαν δικό τους σπίτι και περίπου το ένα τρίτο προτιμούσε την ενοικίαση.

Ούτε αποταμιεύσεις 

Την ίδια περίοδο και με τη σταθερή αύξηση των ιδιοκτησιών σπιτιών, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών στην Κύπρο παρουσίαζε πτώση από το 2014 μέχρι και το 2016 όπου και έφτασε στο -2,3%.

Στην ΕΕ, όμως, ήταν σταθερό από την αρχή της χιλιετίας, κυμαινόμενο από 11% έως 13%. Το 2016, τα υψηλότερα ποσοστά αποταμίευσης των νοικοκυριών παρατηρήθηκαν στο Λουξεμβούργο (20%), στη Σουηδία (19%), στη Γερμανία (17%) και στη Γαλλία (14%), ), τη Λετονία (3%) και την Πολωνία (4%). 

Το χρέος των νοικοκυριών στην Κύπρο 

Το χρέος των νοικοκυριών μετράται με το δείκτη χρέους προς εισόδημα, το οποίο είναι το χρέος των νοικοκυριών διαιρούμενο με το διαθέσιμο εισόδημα. 

Σε όλα τα κράτη μέλη για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, ο λόγος χρέους προς τα έσοδα ήταν υψηλότερος το 2016 σε σχέση με το 2000, εκτός από τη Γερμανία όπου ήταν χαμηλότερος. 

Ωστόσο, στα περίπου μισά κράτη μέλη, το 2016 ήταν χαμηλότερο από ό, τι κατά την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Το 2016, τα ποσοστά κυμαίνονται μεταξύ των κρατών μελών από 33% στη Βουλγαρία, 36% στη Λιθουανία, 38% στη Λετονία και 45% στη Σλοβενία έως 172% στο Λουξεμβούργο, 179% στην Κύπρο, 213% στις Κάτω Χώρες και 242% Δανία.

Περιουσιακά στοιχεία 

Εκτός από τις κατοικίες, ένα άλλο στοιχείο του πλούτου των νοικοκυριών είναι τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά τους στοιχεία (μετοχές, ομόλογα, καταθέσεις κ.λπ.). Ο δείκτης των καθαρών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων αντιπροσωπεύει τη συσσώρευση των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, μετά την αφαίρεση των υποχρεώσεων, των νοικοκυριών ως ποσοστό του ετήσιου εισοδήματός τους. 

Στη χώρα μας ο δείκτης αυτός κυμάνθηκε σε χαμηλά επίπεδα και έφτασε το 162,9% ενώ στη ζώνη του ευρώ ο δείκτης αυξήθηκε από το 2011 και έφτασε το 240% περίπου το 2016. Το ποσοστό αυτό κυμάνθηκε σε μεγάλο βαθμό στα κράτη μέλη, από 68% στη Σλοβακία, 97% στη Λιθουανία, 107% και 115% στη Σλοβενία έως 355% στο Ηνωμένο Βασίλειο, 376% στη Σουηδία, 418% στις Κάτω Χώρες και 435% στο Βέλγιο.

Του Ανδρέα Πολυκάρπου