Με τα νομοσχέδια που ψήφισε η Βουλή επέρχονται στοχευμένες αλλαγές στη νομοθεσία, με σκοπό την επιτάχυνση των διαδικασιών και την άρση διαδικαστικών εμποδίων

Οι αλλαγές στις εκποιήσεις που ψήφισε η πλειοψηφία ΔΗΣΥ - ΔΗΚΟ (μια πλειοψηφία που έκοψε όλες τις τροπολογίες των υπόλοιπων κομμάτων) επιφέρουν στοχευμένες αλλαγές στη νομοθεσία, με στόχο την επιτάχυνση των διαδικασιών, ενώ επί της ουσίας δεν υπάρχει διαφοροποίηση σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα του δανειολήπτη να προσφεύγει στα δικαστήρια διεκδικώντας μια καλύτερη διαχείριση της υπόθεσής του. Μάλιστα διευκρινίζονται ακόμη περισσότερο οι λόγοι έκδοσης διατάγματος παραμερισμού της εκποίησης (ένταξη στο «Εστία» και στο πλαίσιο για την αφερεγγυότητα). Νομικοί κύκλοι εκτιμούν ότι οι προϋποθέσεις διευρύνονται και γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία η ταχύτερη εκδίκαση των εν λόγω υποθέσεων.

Αυτό που αλλάζει, σε δικαστικό επίπεδο, είναι ότι γίνεται ξεκάθαρο πως και οι παλιές υποθέσεις (προ του 2014) υπάγονται στο νέο καθεστώς.

Αναλυτικά:

Πότε ξεκινά η διαδικασία

Σε δάνεια απαιτητά και πληρωτέα, η τράπεζα αποστέλλει ειδοποίηση τύπου «Θ», μία φορά πλέον, στον οφειλέτη και ζητεί την εξόφληση του δανείου εντός 120 ημερών. Ουσιαστικά ο δανειολήπτης καλείται στην τράπεζα για να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση. Αν ο οφειλέτης δεν ανταποκριθεί, η τράπεζα τον καλεί, με επίδοση ειδοποίησης «Τύπου Ι», να εξοφλήσει το υπόλοιπό του σε τουλάχιστον 30 ημέρες. Η έγγραφη ειδοποίηση κατά τον «Τύπο Ι» συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του.

Αν και πάλι δεν υπάρχει αποτέλεσμα, ο δανειολήπτης ενημερώνεται με επίδοση «Τύπου ΙΑ» για την πραγματοποίηση εκποίησης (τόπος, ημερομηνία, ώρα). Ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο δικαστήριο, σε διάστημα 30 ημερών, για παραμερισμό της εκποίησης.

Η επίδοση των ειδοποιήσεων γίνεται με συστημένη επιστολή ή με ιδιωτική επίδοση που προβλέπει ο θεσμός της πολιτικής δικονομίας. Στην περίπτωση της ιδιωτικής επίδοσης το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει, με διάταγμά του, και θυροκόλληση, αν κρίνει ότι ο δανειολήπτης θα το παραλάβει με αυτό τον τρόπο.

Πρώτος πλειστηριασμός

Η αρχική προσπάθεια πώλησης με πλειστηριασμό μπορεί πλέον να γίνει και ηλεκτρονικά, με επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης στο 80% της αγοραίας αξίας.

Σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός δεν καταλήξει σε πώληση, ο δανειστής μπορεί να προχωρήσει σε περαιτέρω προσπάθειες πώλησης του ακινήτου για περίοδο 3 μηνών, με επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης στο 80%. Μετά τους 3 μήνες ισχύει επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης στο 50%.

Δεύτερος πλειστηριασμός

Εάν η τράπεζα δεν πωλήσει το ακίνητο εντός 6 μηνών, έχει την επιλογή να το αγοράσει στην αγοραία αξία (βάσει της εκτίμησης πριν από τον πρώτο πλειστηριασμό ή με νέα εκτίμηση).

Χωρίς επηρεασμό της παραπάνω δυνατότητας, η τράπεζα μπορεί να συνεχίσει τις προσπάθειες πώλησης χωρίς επιφυλασσόμενη τιμή.

Τα 5 σημεία-κλειδιά

Οι κομβικές αλλαγές είναι πέντε:

• Προστίθεται η δυνατότητα διενέργειας ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, η οποία διασφαλίζει με απόλυτο τρόπο τη μη χειραγώγηση της διαδικασίας.

• Στη διαδικασία επίδοσης προστίθεται η δυνατότητα χρήσης των θεσμών της πολιτικής δικονομίας, με την τράπεζα να μπορεί να ζητεί και την έκδοση διατάγματος για θυροκόλληση των ειδοποιήσεων.

• Επιτρέπεται η πρόσβαση στο ακίνητο για σκοπούς εκτίμησης. Με το προηγούμενο καθεστώς οι εκτιμήσεις εξάγονταν χωρίς οι εκτιμητές να έχουν πρόσβαση στο εσωτερικό του ακινήτου. Η απουσία εικόνας από το εσωτερικό ήταν και ένας παράγοντας αποτρεπτικός για συμμετοχή σε διαδικασία εκποίησης. Σημειώνεται ότι μέχρι σήμερα έχουν πωληθεί μόνο δύο οικιστικά ακίνητα (ένα εξοχικό και μία έπαυλη).

• Αν η διαδικασία του πλειστηριασμού είναι άκαρπη για διάστημα 6 μηνών, η τράπεζα αποκτά το δικαίωμα να αγοράσει το ακίνητο στην αγοραία του αξία.

• Διευκρινίζεται το εύρος εφαρμογής της νομοθεσίας (αφορά και τις παλιές υποθέσεις).

Η αγοραία αξία

Τέλος, σε ό,τι αφορά την εκτίμηση για την αγοραία αξία, η διαδικασία δεν διαφοροποιείται. Διορίζονται δύο εκτιμητές, ένας από τον δανειστή και ένας από τον οφειλέτη (εντός δεκαημέρου) για τον καθορισμό εντός 30 ημερών της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Αν η διαφορά των δύο εκτιμήσεων δεν υπερβαίνει το 25%, τότε λαμβάνεται ως αγοραία αξία ο μέσος όρος των δύο εκτιμήσεων. Σε περίπτωση που η διαφορά είναι μεγαλύτερη από το 25%, διορίζεται από το ΕΤΕΚ τρίτος -ανεξάρτητος- εκτιμητής, ο οποίος υποβάλλει εκτίμηση εντός 30 ημερών. Ως αγοραία αξία λαμβάνεται ο μέσος όρος των τριών εκτιμήσεων.

Του Γιάννη Σεϊτανίδη