Στον αέρα βρίσκεται η ολοκλήρωση αναπτύξεων, τόσο στον ιδιωτικό όσο και τον δημόσιο τομέα, καθώς μια σειρά από παράγοντες, ανάμεσά τους η πανδημία, η ρωσική εισβολή, αλλά και το άλμα στο κόστος ενέργειας και πρώτων υλών, οδήγησαν στην κατακόρυφη αύξηση του κατασκευαστικού κόστους, το οποίο καλούνται να επωμιστούν οι εργοληπτικές εταιρείες.
Οι νέες φορολογικές ελαφρύνσεις που προωθεί η κυβέρνηση για προσέλκυση επενδύσεων και το headquartering, φαίνεται να σώζουν τον τομέα ακινήτων.
Παράγοντες της αγοράς σημειώνουν ότι οι νέες ευνοϊκότερες φορολογικές ρυθμίσεις για προσέλκυση ξένων επαγγελματιών υψηλού βιοτικού επιπέδου με την παράλληλη ενίσχυση του headquartering που προωθεί η κυβέρνηση, φιλοδοξούν να αντικαταστήσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το κυπριακό επενδυτικό πρόγραμμα.
Προτάσεις του ΕΤΕΚ ώστε και οι τράπεζες να διευκολύνουν την τόνωση της κατασκευαστικής βιομηχανίας
Η «άτακτη αύξηση» των υλικών οικοδομής καθιστά επίκαιρες όσο ποτέ τις εισηγήσεις/προτάσεις του ΕΤΕΚ για τόνωση του κατασκευαστικού τομέα καθώς σύμφωνα με τον πρόεδρο του Επιμελητηρίου, κ. Κωνσταντίνο Κωνσταντή, «πολύς κόσμος έχει μείνει ξεκρέμαστος» με τις αυξήσεις στο κόστος κατασκευής (της τάξης του 10-20%) και το αρχικό δάνειο δεν αρκεί για να καλύψει την ολοκλήρωση της οικοδομής. Π.χ. να διευκολυνθεί η ρευστότητα των εργολάβων, οι οποίοι έπρεπε να πληρώνουν το ΦΠΑ και να περιμένουν να το πάρουν μετά.
Τόσο ο Σύνδεσμος Μεγάλων Αναπτύξεων όσο και το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πάφου αναμένουν να γίνει από πλευράς του Υφυπουργείου Τουρισμού η παρουσίαση των πορισμάτων και συμπερισμάτων της τεχνοοικονομικής μελέτης που έχουν εκπονήσει οι σύμβουλοι για την κατασκευή και λειτουργία της Μαρίνας Πάφου καθώς και του κέντρου υποδοχής κρουαζιεροπλοίων το συντομότερο δυνατό, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Μεγάλων Αναπτύξεων και αντιπρόεδρο του ΚΕΒΕ Ανδρέα Δημητριάδη.
Σε δύσκολο σταυροδρόμι για άλλη μια φορά βαδίζει ο κατασκευαστικός τομέας με τους εργολάβους να δηλώνουν ότι βρίσκονται σε απόγνωση λόγω της αφόρητης κατάστασης που επικρατεί με το ράλι αυξήσεων των πρώτων υλών και τους ιδιοκτήτες μεγάλων αναπτύξεων να αναζητούν νέες αγορές με χαμηλότερο ρίσκο αλλά λιγότερο κέρδος από αυτό της ρωσικής αγοράς.