Στην αγορά και ανακαίνιση κατοικιών προτιμούν να επενδύουν οι Κύπριοι το πλεόνασμα των εισοδημάτων τους αντί να βάζουν τα χρήματα ως αποταμίευση στην τράπεζα. Παρά την ανάκαμψη της κυπριακής οικονομίας και τη σημαντική μείωση της ανεργίας, η αποταμίευση των νοικοκυριών στην Κύπρο παραμένει συγκριτικά με άλλες χώρες της ΕΕ σε πολύ χαμηλά επίπεδα, αναφέρει η φθινοπωρινή έκθεση του Δημοσιονομικού Συμβουλίου 2019. Το πλεόνασμα των εισοδημάτων των κυπριακών νοικοκυριών κατέληγε στην αγορά και ανακαίνιση κατοικιών τάση που φαίνεται να συνεχίζεται και μετά την κρίση.
Ελάχιστα μειώθηκαν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα σύμφωνα με νέα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.
Ιδιαίτερα, στον τομέα των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων τα πράγματα παραμένουν στάσιμα.
Συνεχίζει να ανακάμπτει η αγορά ακινήτων σύμφωνα με τα στοιχεία του Τμήματος Κτηματολογίου γεγονός που δείχνει πως μία από τις κινητήριες δυνάμεις της οικονομίας παραμένει σε θετική τροχιά.
Σχέδιο παροχής στέγης μέσω ενοικίου εξετάζει ο Κυπριακός Οργανισμός Ανάπτυξης Γης (ΚΟΑΓ). Από τη μελέτη που διενήργησε, ο Οργανισμός διαπίστωσε πως το 45% των πολιτών στη Βιέννη ενοικιάζουν κατοικίες με χαμηλά ενοίκια από παρόμοιους οργανισμούς. Παρόμοια σχέδια εφαρμόζουν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μέσω των οποίων πολλοί πολίτες ενοικιάζουν κατοικίες σε πολύ προσιτά ενοίκια. Κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού του ΚΟΑΓ για το 2020, στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών, ο πρόεδρος του Οργανισμού, Μάριος Πελεκάνος, δήλωσε πως ο Οργανισμός προωθεί τις διαδικασίες για ανέγερση κατοικιών για κοινωνική στέγη μέσω μακροχρόνιας ενοικίασης και προσιτό ενοίκιο.
Σημαντική αποκλιμάκωση παρουσιάζουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια τόσο του τομέα ανάπτυξης γης όσο και των κατασκευών κάτι που αντικατοπτρίζεται και στα δημοσιοποιημένα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Στο τέλος του 2014 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια του τομέα ανάπτυξης γης ήταν στα 2,3 δισ. ευρώ επί συνόλου 4 δισ. ευρώ ενώ τα κόκκινα δάνεια του κατασκευαστικού τομέα ανέρχονταν για την υπό αναφορά περίοδο στα 5,1 δισ. ευρώ επί συνόλου 7,3 δισ. ευρώ.

