Του Γιώργου Κουκούνη*

“Ο ιδιοκτήτης παράνομης οικοδομής δεν έχει έννομο συμφέρον, άξιο προστασίας”

Η εγκατάσταση ηλεκτρικής γραμμής με σκοπό την ηλεκτροδότηση οικοδομής, η οποία μπορεί να χρησιμοποιείται και ως οικία ή για άλλο σκοπό, απαιτεί την υποβολή αίτησης από τον ενδιαφερόμενο ιδιοκτήτη προς την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, η οποία στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης ετοιμάζει σχέδιο και τεχνοοικονομική μελέτη. Εάν διαπιστωθεί ότι η εγκατάσταση της γραμμής επηρεάζει γειτονικά τεμάχια αποστέλλει σχετικές ειδοποιήσεις προς τους ιδιοκτήτες και τους ενημερώνει, καλώντας τους όπως δώσουν τη συγκατάθεση τους.

Ο κάθε ιδιοκτήτης μπορεί γραπτώς ή προφορικά με επίσκεψη στην Αρχή να αρνηθεί να δώσει τη συγκατάθεση του για διέλευση της προτιθέμενης ηλεκτρικής γραμμής μέσω του τεμαχίου του ή εάν δεν ανταποκριθεί εντός της καθοριζόμενης προθεσμίας θεωρείται ότι δίδει τη συγκατάθεση του. 

Στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος επηρεαζόμενου τεμαχίου αρνηθεί να δώσει τη συγκατάθεση του ή θέτει όρους που η ΑΗΚ δεν τους αποδέχεται, ο Έπαρχος, αφού προηγουμένως διαβουλευθεί με την αρμόδια αρχή τοπικής διοίκησης, μπορεί να δώσει τη συγκατάθεση του με ή χωρίς όρους ή να αρνηθεί. Εάν υπάρξει άρνηση, η ΑΗΚ ενημερώνει τον αιτητή που αποτάθηκε και ζήτησε την εγκατάσταση της ηλεκτρικής γραμμής για ηλεκτροδότηση, πληροφορώντας τον για τους λόγους άρνησης που ενδέχεται να οφείλονται σε διαπίστωση ότι η οικοδομή της οικίας είναι παράνομη δεδομένου ότι δεν έχει οποιαδήποτε άδεια.

Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο ο ιδιοκτήτης – αιτητής έχει έννομο συμφέρον, εάν υπάρχει εκτελεστή διοικητική πράξη και εναντίον ποιου θα προσφύγει, εναντίον της ΑΗΚ ή του Έπαρχου. Απάντηση στα ερωτήματα δίδει ο Δικαστής του Διοικητικού Δικαστηρίου κ. Γ. Σεραφείμ στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Αρ.5740/13, ημερ.9.6.2020, σε προσφυγή ιδιοκτήτη, τα γεγονότα της οποίας ήταν ως ανωτέρω. Όπως αναφέρει, ο Έπαρχος διαπίστωσε ότι εντός του επίδικου τεμαχίου που ζητείτο η παροχή ηλεκτροδότησης βρίσκονταν παράνομες οικοδομές, περίφραξη, λυόμενο σπιτάκι και όχι κατοικία, καθώς επίσης έλαβαν χώρα και μεγάλης κλίμακας παράνομες χωματουργικές εργασίες και ενημέρωσε την ΑΗΚ ότι δεν μπορούσε να παραχωρήσει τη ζητούμενη συγκατάθεση, ως επίσης και ότι προχώρησε στη λήψη μέτρων για αποκατάσταση των παρανομιών. Η ΑΗΚ με επιστολή της ενημέρωσε τον ιδιοκτήτη ότι η αίτηση του δεν μπορούσε να προωθηθεί περαιτέρω, καθότι ο Έπαρχος με σχετική επιστολή του δεν μπορούσε να δώσει τη συγκατάθεση του για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Ο ιδιοκτήτης αρχικά καταχώρησε την προσφυγή εναντίον της ΑΗΚ και πολύ αργότερα, εκπρόθεσμα, κατόπιν αίτησης χωρίς να υπάρξει ένσταση πρόσθεσε και τον Έπαρχο.

Το Δικαστήριο, εξετάζοντας την προδικαστική ένσταση του Έπαρχου ότι η απόφαση του με την οποία αρνήθηκε την παραχώρηση της συγκατάθεσης του για τους σκοπούς της επίδικης αίτησης δεν αποτελούσε εκτελεστή διοικητική πράξη, έκρινε ότι ευσταθούσε και ότι εκτελεστή διοικητική πράξη είναι μόνο η απόφαση της ΑΗΚ κατόπιν τελείωσης της με την απαιτούμενη συγκατάθεση του Έπαρχου, στηρίζοντας την κρίση του σε σχετική νομολογία και βιβλιογραφία. Τόνισε ότι αυτό που πράττει ο Έπαρχος είναι να παρέχει τη συγκατάθεση του ή μη σε τέτοιο αίτημα για το οποίο θα λάβει απόφαση η ΑΗΚ, η οποία με την επίδικη απόφαση της κατ’ ουσία απέρριψε την αίτηση του ιδιοκτήτη για παροχή ηλεκτροδότησης και η εν λόγω απόφαση παράγει έννομα αποτελέσματα και είναι εκτελεστή.

Αναφορικά με την απόδειξη από μέρους του ιδιοκτήτη έννομου συμφέροντος, το Δικαστήριο τόνισε ότι πρέπει πρώτα απ’ όλα να είναι έννομο. Το συμφέρον του πρέπει να έχει έρεισμα, να πηγάζει από τα νομικά του δικαιώματα. Προϋπόθεση ότι είναι έννομο εξυπακούει ότι δεν πρέπει να αντίκειται σε μια κατάσταση ή ιδιότητα που αναγνωρίζει ο νόμος ως νόμιμη και από την οποία ο ιδιοκτήτης πρέπει να αντλεί ωφέλεια η οποία θίγεται αμέσως ή εμμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Το συμφέρον, όπως το έθεσε, θα πρέπει να αναγνωρίζεται από το δίκαιο, ως άξιο έννομης προστασίας. 

Στην προκειμένη περίπτωση, κατέληξε ότι υπό το φως και των εγγράφων του διοικητικού φακέλου, ο ιδιοκτήτης δεν απέδειξε ότι κέκτηται εννόμου συμφέροντος, άξιου προστασίας, έστω και αν είναι ιδιοκτήτης του επίδικου τεμαχίου. Η θέση του Έπαρχου ότι εντός του τεμαχίου είχαν λάβει χώρα μεγάλης κλίμακας παράνομες χωματουργικές εργασίες δεν έχει αντικρουστεί. Στο τεμάχιο δεν υφίσταται οποιαδήποτε νόμιμη οικία, για την οποία να ζητείται νόμιμα, με την επίδικη αίτηση, η ηλεκτροδότηση της με ηλεκτρικό οικιακό φορτίο. Συνεπώς ο ιδιοκτήτης δεν απέδειξε έννομο, άξιο προστασίας συμφέρον και η προσφυγή του κρίθηκε μη παραδεκτή.

*Δικηγόρου στη Λάρνακα