Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην Κύπρο εξακολουθούν να είναι περισσότερα από το ΑΕΠ της χώρας, παρά την επιτάχυνση στις προσπάθειες των τραπεζών να τα μειώσουν.
Τα στοιχεία που δημοσίευσε την Πέμπτη η Κεντρική Τράπεζα δείχνουν ότι οι μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις μειώνονται με πολύ αργούς ρυθμούς ή μένουν στάσιμες ανά περιόδους. Τέλος Απριλίου ήταν στα €19,91 δισ. παραμένοντας στα ίδια επίπεδα με το τέλος του πρώτου τριμήνου 2018.
Στα €19,9 δισεκατομμύρια καταγράφηκαν τα «κόκκινα» δάνεια του κυπριακού τραπεζικού συστήματος τέλος Απριλίου, σύμφωνα με στοιχεία που δίνει στη δημοσιότητα την Πέμπτη η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, καταγράφοντας μικρή πτώση σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.
Τα στοιχεία της Κεντρικής για τις εγχώριες εργασίες των κυπριακών τραπεζών δείχνουν μια μικρή μείωση από τους αριθμούς που δημοσιεύθηκαν για τον Μάρτιο.
Με εντατικούς ρυθμούς γίνονται οι προετοιμασίες στο Υπουργείο Εργασίας, το οποίο θα είναι ο διαχειριστής του σχεδίου «Εστία», το οποίο θα συμβάλει στη μείωση των «κόκκινων» δανείων, αλλά και στην προστασία των δανειοληπτών.
Μετά την απόφαση της κυβέρνησης για να αναλάβει το Υπουργείο Εργασίας, αντί ο ΚΟΑΓ, την εφαρμογή του σχεδίου, το Υπουργείο προχωρεί στις απαιτούμενες οργανωτικές αλλαγές, αλλά και στην αναβάθμιση των μηχανογραφικών συστημάτων του.
Μετά από πέντε χρόνια, συνεχίζεται η προσπάθεια να πωληθεί ότι απέμεινε από τα περιουσιακά στοιχεία της πρώην Λαϊκής.
Στο επίκεντρο είναι τώρα να κλείσει η συμφωνία πώλησης της Marfin Bank Romania στην κοινοπραξία Barniveld Enterprises Ltd - Duet Private Equity Ltd. Η πρώτη, που ελέγχει το 75% της κοινοπραξίας είναι συμφερόντων της οικογένειας Βαρδινογιάννη.
Δεν μειώνονται εύκολα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης και ο δείκτης διατηρήθηκε στις 31/5/2018 στο 46,7%, όπως και το 2017.
Σύμφωνα με την έκθεση της Μονάδας Διαχείρισης της Συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ιδιοκτησιακή Δομή Πιστωτικών Ιδρυμάτων, το συνολικό υπόλοιπο των δανείων σε καθυστέρηση πέραν των 90 ημερών μειώθηκε στις 31/05/2018 στα €259,2 εκατ. ή 40,8%, σε σύγκριση με €264,1 εκατ. ή 40,6% το 2017.


